ἁθρόος

ἁθρόος, ά, ον собранный вместе, скученный; совокупный, весь

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἁθρόος" в других словарях:

  • ἁθρόος — ἀθρόος in crowds masc nom sg ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άθροος — ἄθροος, ον (Α) αθόρυβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θρόος ή θροῦς (= οχλαγωγία, συγκεχυμένος θόρυβος)] …   Dictionary of Greek

  • ἀθρόος — in crowds masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄθροος — ἀθρόος in crowds masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθρόος — α, ο (AM ἀθρόος, α, ον, Α και ἄθρους, ουν) 1. ο κατά σωρούς εμφανιζόμενος, συμπυκνωμένος, συναγμένος, συγκεντρωμένος 2. σύμπας, ολόκληρος, συνολικός, συλλογικός αρχ. 1. συνεχής, αδιάλειπτος 2. αυτός που γίνεται αμέσως, διά μιας, ξαφνικά 3. πολύς …   Dictionary of Greek

  • αθρόος — α, ο συμπυκνωμένος, πολύς, άφθονος: Τις τελευταίες μέρες έγιναν αθρόες συλλήψεις φοιτητών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg ἀθρόος in crowds masc acc comp sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθροώτατον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds masc acc superl sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc superl sg ἀθρόος in crowds masc acc superl sg (attic) ἀθρόος in crowds neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροώτερον — ἀθρόος in crowds masc/fem acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg (attic) ἀθρόος in crowds adverbial comp ἀθρόος in crowds masc acc comp sg ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόα — ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc/acc dual ἁθρόᾱ , ἀθρόος in crowds fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀθρόος in crowds neut nom/voc/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθρόως — ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) ἀθρόος in crowds adverbial ἀθρόος in crowds masc acc pl (doric) ἀθρόος in crowds adverbial (attic) ἀθρόος in crowds masc/fem acc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.